Δ. Σωτηρόπουλος: Η νέα, βουβή μεταπολίτευση | ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Ενα από τα ερωτήματα που επανέρχονταν σε όλη τη δεκαετία της κρίσης ήταν κατά πόσον μπορούσαμε να μιλάμε για «νέα μεταπολίτευση» μετά τη χρεοκοπία του 2010. Οι απόψεις επ’ αυτού διχάζονταν. Ορισμένοι είδαν τις εκλογές του 2012 ως ορόσημο της νέας εποχής, υπό την έννοια της ανατροπής του κυρίαρχου δικομματισμού και των πρωταγωνιστών του, όπως τους ξέραμε κυρίως μετά το 1981. Εκείνες οι «εκλογές-σεισμός» είχαν οδηγήσει, πράγματι, στην καθίζηση του ΠΑΣΟΚ, που ήταν ο ηγεμονικός παίκτης στο κομματικό μας σύστημα. Τον χώρο του ερχόταν να καλύψει ο επελαύνων ΣΥΡΙΖΑ, αν και ο νέος δικομματισμός εμφανιζόταν πολύ πιο αποδυναμωμένος, με πολλά μικρά κόμματα να εκπροσωπούνται έκτοτε στη Βουλή.

Παρότι όμως οι ανατροπές αυτές δεν ήταν αμελητέες, υπήρχε ένα δεδομένο που δεν επέτρεπε να μιλάμε για «αλλαγή παραδείγματος». Τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και άλλα νέα κόμματα, αλλά και μεγάλη πτέρυγα της τότε Ν.Δ., που συνέχιζαν να πολιτεύονται αντιμνημονιακά, δεν διεκδικούσαν το τέλος των παθογενειών της μεταπολίτευσης αλλά ίσα ίσα τη συνέχισή τους, έστω με λιγότερους πόρους. Το αίτημα, δηλαδή, εξακολουθούσε να είναι η αντίσταση στις (επώδυνες) αλλαγές που ήταν αναγκαίες για το πέρασμα στη νέα εποχή. Η φαντασίωση παρέμενε κοινή για τους περισσότερους. Πως θα μπορούσαμε να ξαναβρούμε τον χαμένο «παράδεισο» των περασμένων δεκαετιών, με όλους τους γλυκούς καρπούς του: κρατισμό, πελατειασμό, προστασία για τις προνομιούχες ομάδες του συστήματος, προσοδοθηρία, φοροδιαφυγή και θηριώδη γκρίζα οικονομία, μαζί με παρεοκρατικό καπιταλισμό της διαπλοκής. Κυρίως, δε, έντονη αμφιθυμία έναντι του εξευρωπαϊσμού και επιμονή στο μοντέλο του ελληνικού εξαιρετισμού, που ήταν και η βασική αιτία της κρίσης.

Η διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ (τη λαϊκιστική πτέρυγα της ελληνικής Δεξιάς που φαντασιωνόταν κι αυτή κρατικιστικούς παραδείσους) επιβεβαίωσε εκείνο που υποστήριζαν εξαρχής οι πιο υποψιασμένοι. Ολα είχαν αλλάξει, αλλά τίποτε ουσιαστικά. Ενώ, όμως, η τετραετία των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ υπερασπίστηκε όντως τη χειρότερη εκδοχή της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας (η οποία είχε και θαυμαστά χαρακτηριστικά), κατάφερε να επιφέρει, άθελά της, μια καθοριστική ανατροπή. Οδηγώντας τις οικονομικές και κοινωνικές αντοχές στα όριά τους, έμελλε να είναι εκείνη που με την επιμονή της στην υπεράσπιση των σύγχρονων παθογενειών μας θα ολοκλήρωνε τον κύκλο της μεταπολίτευσης.

Η σοβούσα αλλαγή αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα των ευρωεκλογών και των αυτοδιοικητικών εκλογών, αλλά δεν είχε να κάνει τόσο με τη σαρωτική νίκη της Ν.Δ. αυτή καθαυτήν – που ίσως πάντως διευρυνθεί στις 7 Ιουλίου. Κυρίως έχει να κάνει με τα νέα εκείνα στοιχεία που έφεραν αυτό το αποτέλεσμα. Πρώτον και κυριότερο, η νέα διχοτόμηση που καθόρισε τις επιλογές των ψηφοφόρων δεν ήταν βασικά η παραδοσιακή της Αριστεράς – Δεξιάς, αλλά βασιζόταν σε καινοφανή ρήγματα: κρατισμός – αντικρατισμός, λαϊκισμός – αντιλαϊκισμός, εκσυγχρονισμός – οπισθοδρόμηση, συμφιλίωση – διχασμός, κανονικότητα – μπαχαλοποίηση κ.λπ. Αυτό θα αρκούσε ενδεχομένως και μόνο του ώστε να μιλήσουμε για αλλαγή παραδείγματος, αλλά υπήρχαν και άλλα σημαντικά.

Δεύτερον, τα περισσότερα από όσα διακηρύσσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης πάνε κόντρα στο κυρίαρχο μεταπολιτευτικό κρατικιστικό παράδειγμα, το consensus γύρω από το οποίο τους έβρισκε όλους αγκαλιασμένους διαπαραταξιακά, τα προηγούμενα χρόνια. Οι προτάσεις του για τον νέο ρόλο του κράτους, την επιχειρηματικότητα, την εκπαίδευση, το ασφαλιστικό, την προστασία των πιο αδύναμων κ.ά, αν εφαρμοστούν, θα επιφέρουν σε βάθος χρόνου καίριες αλλαγές στο παραγωγικό μας μοντέλο, επηρεάζοντας και την κουλτούρα.

Τρίτον, ήταν η πρώτη φορά στη σύγχρονη πολιτική μας ιστορία που ένας αρχηγός της αντιπολίτευσης δεν πλειοδότησε του πρωθυπουργού σε προεκλογικές υποσχέσεις. Στην πραγματικότητα, ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν υποσχέθηκε τίποτε, ειδικά στις διάφορες ομάδες συμφερόντων, όπως ήταν η καθιερωμένη πρακτική. Κι όμως, τα στοιχεία έδειξαν ότι κυριάρχησε σε όλες τις κοινωνικο-επαγγελματικές ομάδες, που σημαίνει ότι και οι ίδιοι οι εκλογείς ψήφισαν όχι με ιδιοτέλεια αλλά με κριτήριο το μέλλον της χώρας.

Βεβαίως, η χώρα δεν βρίσκεται ούτε στο 1974 ούτε στο 1981. Περισσότερες είναι ίσως οι αναλογίες με το 1996. Οπως και τότε, ο Κ. Σημίτης, ένας αρχηγός του ΠΑΣΟΚ όχι και τόσο ΠΑΣΟΚ, έτσι και σήμερα, ο Κυρ. Μητσοτάκης, ένας αρχηγός της Ν.Δ. όχι και τόσο Ν.Δ., καταθέτει ένα εκσυγχρονιστικό σχέδιο με βασικό ζητούμενο να προλάβουμε το τρένο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Η μεγάλη αλλαγή που επιτελείται είναι στην ουσία βουβή, χωρίς εντυπωσιακές κορώνες και λυρισμούς. Αρκετά δράματα ζήσαμε στο παρελθόν. Ας είναι αυτή η πρώτη βουβή «αλλαγή» της ιστορίας μας.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και γραμματέας σύνταξης της «Νέας Εστίας».





Source link

avatar
News Reporter
Δεν με λες και δημοσιογράφο, ούτε και blogger, κάτι το ενδιάμεσο είμαι, μια μεστίτσος!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *